Συχνες Ερωτησεις

Παρακάτω θα δείτε συγκεντρωμένες και κατηγοριοποιημένες κάποιες από τις πιο συχνές ερωτήσεις για τον καρκίνο του Πνεύμονα. Η επιστημονική μας ομάδα είναι πάντα δίπλα σας, πρόθυμη να απαντάει σε οποιαδήποτε ερώτηση και προβληματισμό σας

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Κάπνισμα και καρκίνος του Πνεύμονα

Πως σχετίζεται το κάπνισμα με τον καρκίνο του Πνεύμονα

Ο καπνός του τσιγάρου περιέχει πάνω από 7.000 χημικές ενώσεις, τουλάχιστον 70 από τις οποίες είναι επιβεβαιωμένα καρκινογόνες για ανθρώπους και ζώα. Κατά το κάπνισμα, οι καρκινογόνες αυτές ουσίες, εισέρχονται στους πνεύμονες και προκαλούν βλάβες στο γενετικό υλικό (DNA) των κυττάρων των πνευμόνων, μεταβάλλοντας σημαντικά γονίδια (περιοχές δηλαδή του γενετικού υλικού σημαντικές για συγκεκριμένες λειτουργίες του κυττάρου). Με τον καιρό, τα κύτταρα που έχουν υποστεί βλάβη χάνουν τον έλεγχο του πολλαπλασιασμού και της ανάπτυξης τους και καθίστανται καρκινικά.

Το 87% των καρκίνων του πνεύμονα σχετίζονται με κάπνισμα. Περισσότεροι από τους μισούς πρωτοδιαγνωσθέντες ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα ήταν πρώην καπνιστές. Ο κίνδυνος αυξάνει με τα έτη καπνίσματος και με τον αριθμό τσιγάρων που καπνίζει κανείς ημερησίως. Οι καπνιστές όμως παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο και για άλλους τύπους καρκίνου όπως: ουροδόχου κύστεως, νεφρών, παγκρέατος, τραχείας, στοματικής κοιλότητας, λάρυγγα, οισοφάγου, τραχήλου της μήτρας στις γυναίκες, καθώς και για άλλες ασθένειες όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, οι καρδιαγγειακές παθήσεις, η οστεοπόρωση και ο σακχαρώδης διαβήτης.

Η διακοπή του καπνίσματος ελαττώνει τον κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου. Ο κίνδυνος συνεχίζει να μειώνεται σταδιακά για 10 με 15 χρόνια μετά τη διακοπή καθώς οι πνεύμονες αναρρώνουν. Η διακοπή του καπνίσματος είναι ευεργετική για όλες τις ηλικίες, και τα οφέλη είναι μεγαλύτερα όσο νωρίτερα κανείς διακόψει το κάπνισμα. Η διακοπή του καπνίσματος ελαττώνει κατά 30-50% τον κίνδυνο για καρκίνο του πνεύμονα μετά από 10 χρόνια συγκριτικά με αυτούς που συνεχίζουν να καπνίζουν και κατά 50% τον κίνδυνο για καρκίνο του οισοφάγου και της στοματικής κοιλότητας 5 χρόνια μετά την διακοπή.

ΟΧΙ. Δεν υπάρχει καμία επιστημονική τεκμηρίωση σε αυτόν τον ισχυρισμό. Συγκεκριμένα, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των τσιγάρων που καταναλώνονται ημερησίως και η χρονική διάρκεια καπνίσματος τόσο περισσότερο αυξάνονται οι πιθανότητες ανάπτυξης καρκίνου πνεύμονα, ανεξάρτητα από το είδος του τσιγάρου. Έχει αποδειχθεί ότι όσο πιο ελαφριά είναι τα τσιγάρα, τόσο πιο έντονα και βαθειά εισπνέει τον καπνό ο καπνιστής με αποτέλεσμα οι βλάβες να δημιουργούνται πιο περιφερικά στον πνεύμονα.

Η χρήση των νεότερων καπνικών προϊόντων είναι πολύ πρόσφατη με αποτέλεσμα οι μακροχρόνιες συνέπειες από τη χρήση τους να μην είναι ακόμα γνωστές. Ο καρκίνος πνεύμονα αναπτύσσεται τουλάχιστον 15 έτη μετά την έναρξη του καπνίσματος, συχνά και περισσότερο. Πρόσφατες μελέτες έχουν αποδείξει πως το ηλεκτρονικό τσιγάρο προκαλεί βλάβες στα ενδοθηλιακά κύτταρα του πνεύμονα και αλλαγές στη λειτουργία των πνευμόνων, όμως η επίπτωσή τους στην εμφάνιση καρκίνου πνεύμονα θα φανεί μέσα στην επόμενη δεκαετία. Επίσης, λόγω των πολλών και διαφορετικών προϊόντων που υπάρχουν στην αγορά, είναι αδύνατον να ελεγχθούν όλα και να διενεργηθούν μελέτες πάνω σε όλα τα είδη.

Τα οφέλη από τη διακοπή του καπνίσματος είναι πολλαπλά. Καταρχήν βελτιώνεται η αποτελεσματικότητα της χημειοθεραπείας επειδή ο καπνός παρεμβαίνει στο μηχανισμό δράσης των κυτταροστατικών φαρμάκων. Επίσης ο ασθενής που εξακολουθεί να καπνίζει εμφανίζει συχνότερα λοιμώξεις αναπνευστικού από ότι ο μη καπνιστής και έτσι δυσχεραίνεται η σωστή και προγραμματισμένη θεραπεία του. Η διακοπή του καπνίσματος βελτιώνει την ποιότητα ζωής των ασθενών, δηλαδή μειώνει το βήχα και την απόχρεμψη (παραγωγή πτυέλων). Η διακοπή του καπνίσματος βοηθάει στη γρήγορη επούλωση της μετεγχειρητικής τομής καθώς και στη μείωση των ενδεχόμενων πνευμονικών μετεγχειρητικών επιπλοκών μετά από πνευμονεκτομή. Η συνέχιση του καπνίσματος αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης ενός άλλου τύπου καρκίνου και τον κίνδυνο μεταστάσεων.

Ειδικές ερωτήσεις για τον καρκίνο του Πνεύμονα

Ειδικά συμπτώματα και σύνδρομα που σχετίζονται με τη νόσο

Κανένα από τα προαναφερθέντα συμπτώματα δεν εμφανίζεται μόνο στον καρκίνο του πνεύμονα. Τόσο όσα σχετίζονται άμεσα με το αναπνευστικό (βήχας, δύσπνοια, αιμόπτυση) όσο και τα γενικά (πυρετός, ανορεξία, απώλεια βάρους, αδυναμία) εμφανίζονται και σε παθήσεις που δεν χαρακτηρίζονται ως κακοήθεις. Συμπτώματα όμως από το αναπνευστικό σε ενεργό ή πρώην καπνιστή που επιμένουν για περισσότερο από 15 ημέρες, παρά την φαρμακευτική αγωγή, πρέπει να ελέγχονται πιο επισταμένα από τον θεράποντα ιατρό.

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που ο καρκίνος του πνεύμονα συνοδεύεται από παρουσία μεγάλης ποσότητας υγρού σε έναν «σάκο» που φυσιολογικά περιβάλλει τον πνεύμονα και βρίσκεται κάτω από το θωρακικό τοίχωμα (υπεζωκοτική κοιλότητα). Το υγρό αυτό πιέζει τον πνεύμονα και μπορεί να προκαλέσει δυσκολία στην αναπνοή. Η αφαίρεσή του μέσω θωρακοκέντησης προκαλεί άμεση ανακούφιση του ασθενούς, αλλά όταν αναπαράγεται πολύ γρήγορα ένας τρόπος για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση είναι η εξάλειψη της κοιλότητας μέσα στην οποία συσσωρεύεται, «κολλώντας» τα δύο φύλλα του υπεζωκότα μεταξύ τους. Η διαδικασία αυτή λέγεται πλευρόδεση και γίνεται με έγχυση ειδικής σκληρυντικής ουσίας εντός της κοιλότητας αφού πρώτα αφαιρεθεί όλο το υγρό. Μία άλλη λύση είναι η τοποθέτηση μόνιμου καθετήρα μέσω του οποίου ο ασθενής μπορεί να αφαιρεί μόνος του το υγρό όποτε αισθάνεται δύσπνοια.

Υπάρχουν φορές που τα καρκινικά κύτταρα μερικών τύπων καρκίνου του πνεύμονα παράγουν ουσίες που μοιάζουν με τις φυσιολογικές ορμόνες του οργανισμού και καθώς αυτές μπαίνουν στην κυκλοφορία του αίματος διαταράσσουν την ισορροπία του. Μερικά παραδείγματα παρανεοπλασματικών συνδρόμων είναι:
– η μείωση των επιπέδων νατρίου στο αίμα, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται μυϊκή αδυναμία, κεφαλαλγία και κόπωση
– η αύξηση των επιπέδων ασβεστίου του αίματος με αποτέλεσμα κυκλοφορικές διαταρραχές (δίψα, πολυουρία, αφυδάτωση), γαστρεντερικές διαταρραχές (ανορεξία, ναυτία, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότηα) αλλά και νευρολογικές διαταρραχές (μυική αδυναμία, σύγχυση, ευερεθιστότητα)

Όταν ο καρκίνος εντοπίζεται στο ανώτερο τμήμα του πνεύμονα, μπορεί να προσβάλει (να πιέζει) το νεύρο που περνά από το άνω μέρος του θώρακα στον αυχένα και τότε ονομάζεται όγκος Pancoast. Το συχνότερο σύμπτωμα αυτών των όγκων είναι ο πόνος στον αντίστοιχο ώμο, η μυική αδυναμία του αντίστοιχου άνω άκρου και η βλεφαρόπτωση στον ένα οφθαλμό.

Σε ποσοστό 20% των ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα μπορεί να εμφανισθεί το σύνδρομο Horner που επηρεάζει τη μια μόνο πλευρά του προσώπου. Δημιουργεί πτώση του άνω βλεφάρου, μύση (μείωση της διαμέτρου της) της κόρης του ματιού, ανισοκορία (οι δυο κόρες των ματιών έχουν διαφορετικό μέγεθος) και ανιδρωσία (απουσία ιδρώτα) στο μισό μόνο μέρος του προσώπου. Προκαλείται από απόφραξη της νευρικής οδού που συνδέει τον εγκέφαλο με το πρόσωπο και το μάτι στη μία πλευρά του σώματος.

Διάγνωση του καρκίνου του Πνεύμονα

Χρήσιμες πληροφορίες για τις διαγνωστικές μεθόδους

Είναι κατανοητό ότι πρόκειται για μια πολύ δύσκολη στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου. Κάθε βοήθεια, από οποιονδήποτε και εάν προέρχεται είναι καλοδεχούμενη, αλλά και ο ίδιος ο ασθενής αισθάνεται την ανάγκη να συμμετάσχει, να συμβάλλει, να κάνει «τα σωστά πράγματα», ώστε να είναι επιτυχημένη η προσπάθειά του για την θεραπεία του.
Τους περισσότερους ανθρώπους έχει φανεί ότι τους βοηθούν οι παρακάτω οδηγίες:
– Έχετε πάντα τον έλεγχο της πορείας του νοσήματος: Διατηρείτε αντίγραφο όλων των σημαντικών εξετάσεων που κάνετε ως νοσηλευόμενοι στο Νοσοκομείο ή ως εξωτερικοί ασθενείς. Διατηρείτε αρχείο με βιοψίες και πορίσματα απεικονιστικών εξετάσεων σας (αξονικές, μαγνητικές, PET-CT κλπ.).
– ‘Έχετε ενεργή συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων σχετικά με τη θεραπεία σας. Ζητήστε ενημέρωση για τον τύπο της ασθένειάς σας, για τις διαθέσιμες θεραπείες και αποφασίστε μετά από συζήτηση με τον γιατρό σας τι είναι αυτό που ταιριάζει περισσότερο στην περίπτωσή σας.
– Έχετε βεβαιότητα σχετικά με την πορεία θεραπείας που ακολουθείτε. Είναι πολύ σημαντικό να είστε σίγουροι ότι κάνετε ό,τι καλύτερο γίνεται για την υγεία σας. Μη διστάζετε να ζητήσετε δεύτερη γνώμη, αποτελεί δικαίωμά σας. Ενημερώστε σχετικά τον γιατρό σας ώστε να σας δώσει ένα πλήρες ενημερωτικό του θεραπευτικού πλάνου. Μοιραστείτε και συζητείστε κάθε διαφορετική γνώμη με τον γιατρό σας.
– Αποκτήστε πρόσβαση σε κάθε πληροφορία. Η αγωνία για καλύτερη κατανόηση και επιπλέον θεραπευτικές λύσεις οδηγεί σε αναζήτηση στο διαδίκτυο, παρ’ ότι όλοι γνωρίζουν ότι πρόκειται για μια αναξιόπιστη και ετερόκλητη πηγή γνώσης. Είναι απολύτως κατανοητό και μη διστάσετε να το κάνετε, εάν το επιθυμείτε. Επιδιώξτε να βρείτε αξιόπιστες πηγές, από Πανεπιστήμια, Ερευνητικά Κέντρα και Διεθνείς Επιστημονικές Ενώσεις. Σε κάθε περίπτωση συζητείστε τα αποτελέσματα της αναζήτησής σας με τον γιατρό σας, ώστε να σας διευκρινίσει απορίες και να σας βοηθήσετε να κατανοήσετε εάν αυτά που βρήκατε σχετίζονται με την περίπτωσή σας.
– Έχετε κοντά σας ανθρώπους που μπορούν να σας συμπαρασταθούν. Αυτοί μπορεί να είναι συγγενείς, φίλοι ή και άλλοι ασθενείς που πάσχουν από ίδιο ή παρόμοιο νόσημα. Μοιραστείτε μαζί τους τις ανησυχίες, τους φόβους και τις ελπίδες σας. Δανειστείτε από τις εμπειρίες τους, δεχθείτε τη φροντίδα τους.
– Μένετε δραστήριος/α. Το ότι έχει κάποιος διαγνωσθεί με καρκίνο δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι θα πρέπει να σταματήσει να εργάζεται, να κάνει τα πράγματα που έκανε προηγουμένως, να αλλάξει την καθημερινότητά του, να σταματήσει να κάνει τα πράγματα που τον ευχαριστούν. Προσπαθήστε να αποκτήσετε μια καθημερινή ρουτίνα, ενδεχομένως σε πιο χαλαρούς ρυθμούς.
– Προσπαθήστε να διακόψετε το κάπνισμα, εάν ακόμη καπνίζετε. Ρωτήστε τον γιατρό σας σχετικά με τη δυνατότητα να πίνετε λίγο αλκοόλ, σε σχέση με την θεραπεία που λαμβάνετε.
– Προσπαθήστε να τρώτε καλά και να ξεκουράζεστε.
– Συνεχίστε να γυμνάζεστε, ή εάν δεν το κάνατε μέχρι τώρα βάλτε λίγη άσκηση στη ζωή σας. Η καλή φυσική κατάσταση είναι πολύ σημαντική για μια πετυχημένη ολοκλήρωση της αντινεοπλασματικής θεραπείας. Αν και κάθε ασθενής είναι διαφορετικός, και το πρόγραμμα φυσικής άσκησης θα πρέπει να εξατομικεύεται, ένα πρόγραμμα 30’-60’ σωματικής δραστηριότητας, μέτριας έντασης, 2-3 φορές την εβδομάδα είναι γενικά αποδεκτό.
– Πάνω από όλα: Διατηρείτε την αισιοδοξία σας, φροντίστε τον εαυτό σας, μην παραμελείτε την εμφάνισή σας. Αφιερώστε χρόνο στην προσωπική σας υγιεινή και περιποίηση και συνεχίστε να κάνετε πράγματα που σας ευχαριστούν

Ως επί των πλείστων οι απεικονιστικές εξετάσεις είναι ανώδυνες. Ίσως κατά την έγχυση των σκιαγραφικών ουσιών (την στιγμή της ένεσης) να αισθανθεί κανείς μια στιγμιαία ενόχληση. Αυτό όμως θα είναι παροδικό και δεν θα επηρεάσει την υπόλοιπη διαδικασία. Οι εξετάσεις μπορεί ωστόσο να αποβούν ενοχλητικές λόγω του μακρού χρόνου διάρκειάς τους ή αναμονής για την έναρξή τους. Ακόμη, λόγω της συγκεκριμένης στάσης σώματος που απαιτούν ορισμένες από αυτές μπορούν να γίνουν δυσάρεστες κυρίως για άτομα με κινητικά προβλήματα. Μην διστάσετε να συζητήσετε για όλα τα παραπάνω με τον γιατρό σας πριν υποβληθείτε σε οποιαδήποτε εξέταση.

Όσον αφορά την πιθανότητα αλλεργικών αντιδράσεων, όπως δεν υπάρχει φάρμακο στο οποίο να αποκλείεται κάθε πιθανότητα αλλεργίας, έτσι και οι ουσίες που χρησιμοποιούνται για την διενέργεια ορισμένων εξετάσεων δεν είναι βέβαιο ότι δεν θα προκαλέσουν αντίδραση. Ωστόσο αυτή η πιθανότητα είναι μικρή. Σε περίπτωση που έχει προηγηθεί αλλεργική αντίδραση στο παρελθόν είτε από την ίδια ή παρόμοια εξέταση είτε μετά από λήψη φαρμάκων ή και σε άλλες περιπτώσεις, ο ασθενής πρέπει να ενημερώνει τον γιατρό του ώστε να υπάρχει η κατάλληλη προετοιμασία ή προσαρμογή για την εξέταση

Όχι. Η ακτινοβολία και η ραδιενέργεια στην οποία εκτίθεστε είναι πολύ μικρής δόσης και ελεγχόμενη. Κίνδυνο διατρέχουν όσοι εκτίθενται σε μεγάλες δόσεις ακτινοβολίας και με μεγάλη συχνότητα (προσθετική δράση).

Θεραπεία και ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι συνήθεις παρενέργειες ανάλογα με το θεραπευτικό σχήμα

Η ανοσοθεραπεία, εφόσον έχει θέση στη θεραπεία, αποτελεί μια σύγχρονη και αποτελεσματική προσέγγιση στη διαχείριση του καρκίνου του Πνεύμονα. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις, οι ασθενείς εκδηλώνουν ανεπιθύμητες ενέργειες, που σχετίζονται με την «υπερενεργοποίηση» του ανοσοποιητικού συστήματος. Ορισμένες φορές προσβάλλονται περισσότερα από ένα οργανικά συστήματα, ακόμα και ταυτόχρονα. Τα φάρμακα της ανοσοθεραπείας προσβάλλουν το καρδιαγγειακό σύστημα, το δέρμα, το ενδοκρινικό σύστημα, το γαστρεντερικό, το νευρικό αλλά και τους ίδιους τους πνεύμονες. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τις πιθανές παρενέργειες, να παρακολουθούνται στενά και να ενημερώνουν άμεσα τη διεπιστημονική ομάδα που τους παρακολουθεί, καθώς οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να εμφανιστούν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια ή ακόμα και αρκετούς μήνες, μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο θεράπων ογκολόγος πριν από κάθε θεραπεία ελέγχει τις εξετάσεις του ασθενή, ακούει τα συμπτώματα και πραγματοποιεί συνολική αξιολόγηση, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αιτιολογία και να αποκλειστούν άλλες αιτίες. Στη συνέχεια με γνώμονα τη βέλτιστη διαχείριση του ασθενούς και της νόσου, επιλέγει τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης της τοξικότητας. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να επιλεγεί θεραπεία υποκατάστασης, κορτικοστεροειδή ή ακόμα και διακοπή της ανοσοθεραπείας, μέχρι να βελτιωθεί η κλινική και εργαστηριακή εικόνα του ασθενή. Παρακάτω αναφέρονται ορισμένες από τις πιο συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες κατηγοριοποιημένες ανά όργανο εκδήλωσης:

Γαστρεντερικό σύστημα
Οι πιο συνηθισμένες εκδηλώσεις ανεπιθύμητων ενεργειών από το Γαστρεντερολογικό σύστημα, που σχετίζονται με τη χορήγηση ανοσοθεραπείας, είναι η διάρροια και η κολίτιδα. Επίσης είναι δυνατόν να εμφανιστεί «φαρμακευτική» ηπατίτιδα με μεγάλη αύξηση των ηπατικών ενζύμων. Ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων χορηγούνται κορτικοστεροειδή από το στόμα, υποστηρικτικές θεραπείες, αντιδιαρροϊκά φάρμακα ή ενδοφλέβια χορήγηση υγρών. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις εξετάζεται η νοσηλεία, η χρήση ενδοφλέβιων κορτικοστεροειδών και η διακοπή της ανοσοθεραπείας.

Δερματικές εκδηλώσεις
Οι δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες εξαιτίας της ανοσοθεραπείας, μπορεί να περιλαμβάνουν ποικίλες εκδηλώσεις, όπως εξάνθημα, κνησμό, λεύκη, ψωρίαση κλπ. Καθώς η δερματική τοξικότητα είναι συχνή, εμμένουσα και δύσκολη στην αντιμετώπιση πρέπει η διεπιστημονική ομάδα αντιμετώπισης του καρκίνου του πνεύμονα, να στελεχώνεται και από εξειδικευμένο δερματολόγο. Πριν από την έναρξη της ανοσοθεραπείας γίνεται δερματολογική εξέταση για την «χαρτογράφηση» της εικόνας αναφοράς, η οποία επαναλαμβάνεται και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, σε τακτά διαστήματα, προκειμένου να εντοπιστεί έγκαιρα το οποιοδήποτε δερματικό εύρημα. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης, χορηγούνται τοπικά ή από του στόματος κορτικοστεροιειδή και αποφασίζεται η χρονική διάρκεια διακοπής της ανοσοθεραπείας καθώς και το σχήμα επανέναρξής της.

Ενδοκρινοπάθειες
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ασθενείς που υποβάλλονται σε ανοσοθεραπεία μπορεί να εκδηλώσουν ενδοκρινοπάθειες που σχετίζονται μεταξύ άλλων με την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη ή με τη λειτουργία του θυρεοειδή (υπο- ή υπερ- θυρεοειδισμό) και της υπόφυσης. Για το λόγο αυτό, υποβάλλονται τόσο στην έναρξη της θεραπείας όσο και περιοδικά κατά τη διάρκειά της, σε κλινική και εργαστηριακή αξιολόγηση για τον εντοπισμό συμπτωμάτων και βιοχημικών ευρημάτων από τους ενδοκρινείς αδένες. Τις περισσότερες φορές η εργαστηριακή και βιοχημική διαταραχή προηγείται της κλινικής εκδήλωσης της τοξικότητας. Για την αντιμετώπιση των ενδοκρινοπαθειών που σχετίζονται με την ανοσοθεραπεία, χορηγούνται κορτικοστεροειδή, η ανοσοθεραπεία αναστέλλεται, ενώ εξετάζεται κάθε φορά και η χρήση ορμονικής υποκατάστασης. Με την βελτίωση, ο θεράπων ιατρός επανεξετάζει τη δόση των κορτικοστεροειδών και το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας. Οι ασθενείς που εκδηλώνουν ενδοκρινοπάθειες παρακολουθούνται στενά καθ΄ όλη τη διάρκεια της θεραπείας, αλλά και μετά τη διακοπή της, προκειμένου να διασφαλιστεί πως χρησιμοποιείται η κατάλληλη ορμονική υποκατάσταση.


Καρδιαγγειακό σύστημα:
Με τη χορήγηση της ανοσοθεραπείας μπορεί να εκδηλωθούν περικαρδίτιδα, μυοκαρδίτιδα, ή διάφοροι τύποι αρρυθμιών. Απαιτείται μεγάλη εμπειρία και στενή παρακολούθηση προκειμένου να αναγνωρίσουν έγκαιρα τα συμπτώματα. Εάν ένας ασθενής αναπτύξει σημεία από το καρδιαγγειακό σύστημα, πρέπει να λάβει υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών ή αντιαρρυθμικά φάρμακα, σε συνεργασία με τον καρδιολόγο του, ενώ διακόπτεται η ανοσοθεραπεία, μέχρι την ικανοποιητική βελτίωση της καρδιακής λειτουργίας.


Πνευμονικές εκδηλώσεις:
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ανοσοθεραπεία μπορεί να παρατηρηθεί πνευμονίτιδα ή διάμεση πνευμονοπάθεια. Η πνευμονίτιδα από ανοσοθεραπείας είναι από τις πιο δύσκολες καταστάσεις διαγνωστικά και θεραπευτικά, διότι έχει παρόμοια κλινική και ακτινολογική εικόνα με ειδικές λοιμώξεις των πνευμόνων, πνευμονίτιδα από ακτινοθεραπεία, λεμφαγγειακή διασπορά και επιδείνωση του καρκίνου. Για το σκοπό αυτό, ο θεράπων ογκολόγος παρακολουθεί τακτικά τους ασθενείς, κλινικά και με αξονική τομογραφία πνευμόνων, ενώ συχνά απαιτείται και η συμβολή του πνευμονολόγου. Ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων ο ασθενής λαμβάνει κορτικοστεροειδή από του στόματος ή ενδοφλέβια και αντίστοιχα διακόπτεται η ανοσοθεραπεία μέχρι να βελτιωθεί αναπνευστικά.

 

Ο κυριότερος λόγος εμφάνισης αναιμίας στους ασθενείς με καρκίνο είναι η κατασταλτική επίδραση της χημειοθεραπείας στον μυελό των οστών, όπου παράγονται τα ερυθρά αιμοσφαίρια. Επιπλέον, η χημειοθεραπεία ενδέχεται να επηρεάσει τα νεφρά, ώστε αυτά να αδυνατούν να παράξουν ερυθροποιητίνη ενώ εκτεταμένη ακτινοβολία στα μακρά οστά μπορεί να καταστρέψει τον μυελό που περιέχουν. Επίσης και η ίδια η νόσος είναι δυνατόν να προσβάλλει τον μυελό των οστών με διήθηση από νεοπλασματικά κύτταρα και να οδηγήσει σε μειωμένη παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι ασθενείς έχουν ναυτία, εμετούς ή ανορεξία, εξαιτίας των οποίων δεν μπορούν να τραφούν σωστά και έτσι δεν μπορούν να πάρουν τα απαραίτητα για θρεπτικά συστατικά για την παραγωγή νέων ερυθρών αιμοσφαιρίων. Άλλο αίτιο αναιμίας μπορεί να αποτελέσει η αιμορραγία (που συχνά δεν φαίνεται). Τέλος, το ίδιο το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού προκειμένου να αμυνθεί έναντι των καρκινικών κυττάρων, άθελά του καταστρέφει και κάποια ερυθρά αιμοσφαίρια (αιμόλυση).

Τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα καταστρέφουν τα καρκινικά κύτταρα. Δυστυχώς, όμως, μπορεί να επηρεάσουν και τα φυσιολογικά κύτταρα του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων και των τριχοθυλακίων (που είναι υπεύθυνα για την παραγωγή των τριχών) με αποτέλεσμα την αλωπεκία. Αντίθετα με τα καρκινικά κύτταρα, τα φυσιολογικά κύτταρα επανακτούν τη φυσιολογική τους λειτουργία. Έτσι αν πέσουν τα μαλλιά κατά την διάρκεια της χημειοθεραπείας, θα επανεμφανιστούν μόλις αυτή τελειώσει.

Δεν λαμβάνουν την ίδια θεραπεία όλοι οι ασθενείς που πάσχουν από καρκίνο του πνεύμονα και φυσικά οι δόσεις των χημειοθεραπευτικών διαφέρουν. Οι συνδυασμοί των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται σε κάθε χημειοθεραπευτικό σχήμα εξαρτώνται από τον ιστολογικό τύπο του καρκίνου, το στάδιο της νόσου στο οποίο βρίσκεται ο ασθενής, την ηλικία του και τις συνυπάρχουσες ασθένειες που τυχόν έχει. Επίσης λαμβάνεται υπόψη και η έκθεση του σε ακτινοθεραπεία ή σε άλλες χημειοθεραπείες στο παρελθόν. Ακόμη και στην περίπτωση που ασθενείς λαμβάνουν παρόμοια αγωγή είναι πιθανό κάποιοι να ταλαιπωρηθούν από εμέτους και κάποιοι όχι. Ο κάθε οργανισμός αντιδρά διαφορετικά. Η ναυτία και ο έμετος δεν έχουν ως μοναδικά αίτια τη χημειοθεραπεία και την ακτινοβολία. Φάρμακα (μερικά αναλγητικά για παράδειγμα), οι εγκεφαλικές μεταστάσεις, άλλες συνυπάρχουσες ασθένειες, ηλεκτρολυτικές διαταραχές και πολλές άλλες αιτίες μπορούν να οδηγήσουν σε εμέτους.

Περισσότερο ευάλωτοι είναι ασθενείς κάτω των 50 ετών, άτομα που ταλαιπωρήθηκαν από ναυτία και εμετούς κατά τη διάρκεια προηγούμενων χημειοθεραπειών, ασθενείς με δυσκοιλιότητα ή νεφρολογικά προβλήματα, οι ιδιαίτερα αγχώδεις και οι γυναίκες.

Δεν είναι όλες οι θεραπείες και όλα τα φάρμακα που ρίχνουν τα μαλλιά. Με την εξέλιξη της επιστήμης οι περισσότερες θεραπείες δεν ρίχνουν πλέον τα μαλλιά. Αλλά αυτή η επιπλοκή δεν πρέπει να είναι κριτήριο για την επιλογή της πλέον ενδεδειγμένης θεραπείας. Συζητήστε με τον γιατρό σας για όλες τις ενδεχόμενες τοξικότητες της θεραπείας που έχει επιλεγεί και κατά πόσο θα υπάρχει αλωπεκία (απώλεια των μαλλιών). Σε αυτή την περίπτωση κάποιες οδηγίες αντιμετώπισης είναι οι ακόλουθες:
– Σκεφθείτε να κόψετε τα μαλλιά σας κοντά πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας. Αυτό μπορεί να μειώσει την απώλεια τριχών, καθώς ελαττώνεται η πίεση που δέχεται το κρανίο από το βάρος των μαλλιών.
– Αν έχετε συνηθίσει τα μακριά μαλλιά, ίσως από ψυχολογική άποψη, είναι πιο εύκολο να τα κόβετε σταδιακά. Ορισμένοι προτιμούν να ξυρίσουν το κεφάλι τους πριν καν αρχίσουν να χάνουν μαλλιά – αυτό δίνει μια αίσθηση ελέγχου της καταστάσεως.
– Χρησιμοποιείτε απαλά σαμπουάν (αυτά με ένδειξη για καθημερινή χρήση) και απαλές βούρτσες.
– Όταν στεγνώνετε τα μαλλιά σας με πιστολάκι, χρησιμοποιείτε χαμηλή θερμοκρασία. Προμηθευτείτε προσθετική κόμη (περούκα) πριν πέσουν τα μαλλιά σας ώστε να μπορέσετε να βρείτε όσο το δυνατό κοντινότερο χρώμα με το δικό σας.
– Αποφύγετε τις βαφές και την περμανάντ.
– Χρησιμοποιείτε αντιηλιακό ή καπέλο για να προστατέψετε το δέρμα της κεφαλής. Τo δέρμα του κρανίου σας μπορεί να είναι απαλό και ευαίσθητο μετά την απώλεια τριχών και να χρειάζεται κάλυψη (καπέλο ή μαντίλι), ειδικά όταν είναι εκτεθειμένο στον ήλιο. Αν προτιμάτε περούκα ή κάποιο άλλο είδος κάλυψης σιγουρευτείτε ότι δεν θα ερεθιστεί το κρανίο σας.
Όταν θα αρχίσουν να ξαναβγαίνουν τα μαλλιά:
– Χρησιμοποιείτε ενυδατική κρέμα
– Χρησιμοποιείτε μονό ελαφρά σαμπουάν (σαμπουάν για συχνή χρήση) ώστε να μην ξεραίνεται το κρανίο και τα μαλλιά.
– Συνεχίστε να αποφύγετε τις βαφές και την περμανάντ για κάποιο χρονικό διάστημα.
– Τρώτε πολλά φρούτα, λαχανικά και πίνετε άφθονο νερό.
– Όταν αποφασίσετε να βάψετε τα μαλλιά σας χρησιμοποιήστε φυτικές βαφές ή χέννα. Κάντε ένα δοκιμαστικό σε μικρή περιοχή που να μην φαίνεται και αν όλα πάνε καλά προχωρήστε.
Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε χημικές βαφές ή περμανάντ αν:
– Το δέρμα της κεφαλής είναι ξηρό και ερεθισμένο
– Τα μαλλιά είναι πιο ξηρά από το συνηθισμένο
– Τα μαλλιά είναι πιο άγρια στο άγγιγμα
– Το χρώμα είναι πιο ανοιχτό από ότι ήταν πριν την θεραπεία
– Τα μαλλιά σπάνε ή δεν μεγαλώνουν φυσιολογικά.

Αναλγητική θεραπεία

Πως δρουν τα αναλγητικά φάρμακα και τι πρέπει να γνωρίζετε για τη λήψη τους

Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες των αναλγητικών φαρμάκων είναι η δυσκοιλιότητα, η ναυτία, και η υπνηλία. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να ενημερώνεται ο γιατρός που συνέστησε την αγωγή ώστε να δώσει οδηγίες για την αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών και να προσαρμόσει το δοσολογικό σχήμα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των αναλγητικών, εφόσον οι δόσεις είναι κατάλληλες, είναι ελάχιστες. Εξάλλου οι περισσότερες από αυτές είναι παροδικές και υποχωρούν σε 2-3 ημέρες από την έναρξη της αγωγής. Για αυτόν το λόγο τα περισσότερα φάρμακα δίνονται σε δοσολογία που προοδευτικά αυξάνεται ξεκινώντας από την μικρότερη, για να φτάσουμε στην επιθυμητή δοσολογία συνήθως την 3η ημέρα. Στις περιπτώσεις εκείνες που οι ανεπιθύμητες ενέργειες επιμένουν, μπορεί να γίνει αντικατάσταση κάποιων σκευασμάτων από άλλα που ταιριάζουν καλύτερα στον συγκεκριμένο ασθενή ή να γίνει αναπροσαρμογή των δόσεων.

Το ποσοστό των ασθενών στους οποίους η αναλγητική αγωγή δεν έχει ως αποτέλεσμα την ανακούφιση από τον πόνο, ή έστω τη σημαντική μείωση της έντασής του, είναι εξαιρετικά μικρό (10%) και αφορά ειδική ομάδα ασθενών. Για να εξασφαλιστεί όμως η επιτυχία της αναλγητικής αγωγής χρειάζεται καλή επικοινωνία μεταξύ γιατρού και ασθενούς. Ο γιατρός οφείλει να καθοδηγεί τον ασθενή όταν παραπονείται για πόνο. Ο ασθενής, από την πλευρά του, οφείλει να είναι ειλικρινής, όσο περισσότερο σαφής μπορεί και να ακολουθεί τις οδηγίες του θεράποντος γιατρού.

Από μελέτες που έχουν γίνει σε καρκινοπαθείς διαπιστώθηκε ότι πράγματι υπάρχει ένας βαθμός ανοχής (tolerance) που αφορά κυρίως τα οπιοειδή. Με τον όρο ανοχή εννοούμε τη μείωση της αναλγητικής δράσης μιας ουσίας μετά από παρατεταμένη έκθεση του οργανισμού σε αυτήν, ώστε για το ίδιο αποτέλεσμα απαιτείται μεγαλύτερη δόση. Στις μελέτες διαπιστώθηκε επίσης ότι αναπτύσσεται ανοχή και στις ανεπιθύμητες ενέργειες των οπιοειδών, με αποτέλεσμα τα περιθώρια αύξησης της δόσης να είναι πολύ μεγάλα. Η αλλαγή της κατηγορίας του οπιοειδούς αποτελεί συχνά την λύση στο πρόβλημα της ανοχής. Όσον αφορά τις άλλες κατηγορίες αναλγητικών φαρμάκων, αυτά δεν χάνουν την αναλγητική τους ικανότητα με την πάροδο του χρόνου.

Όσο υπάρχει χρόνιος πόνος τα αναλγητικά δεν προκαλούν εθισμό. Εφόσον ο γιατρός κρίνει ότι τα αναλγητικά δεν είναι πλέον απαραίτητα στον ασθενή, θα δώσει οδηγίες για την σταδιακή μείωση τους (μείωση της δόσης κάθε 2-3 ημέρες), έως την πλήρη διακοπή.

Ψυχική υγεία και καρκίνος του Πνεύμονα

Η ανάγκη για εξειδικεύμενη φροντίδα καθ΄όλη την πορεία της θεραπείας

Πρόκειται για μια άποψη ευρέως διαδεδομένη στη κοινωνία μας. Κατά καιρούς έχουν γίνει διάφορες μελέτες για το κατά πόσο ο καρκίνος του πνεύμονα μπορεί να έχει ψυχογενή αίτια, αλλά, ποτέ δεν έχει αποδειχτεί κάτι σχετικό. Αντίθετα, υπάρχουν σαφείς και αδιάσειστες αποδείξεις για άλλους παράγοντες που προκαλούν καρκίνο, όπως το κάπνισμα, το παθητικό κάπνισμα, η περιβαλλοντική και επαγγελματική έκθεση σε τοξικές ουσίες όπως το ραδόνιο, η περιβαλλοντική ρύπανση κλπ. Δεν έχει κανένα νόημα να ψάχνει κανείς κάποια μεγάλη στενοχώρια ή κάτι σχετικό, στο παρελθόν του ασθενή. Έχουν γίνει μελέτες σε ανθρώπους που είχαν υποστεί έντονο ψυχολογικό στρες και έχει αποδειχθεί ότι και αυτοί οι άνθρωποι είχαν την ίδια πιθανότητα να εκδηλώσουν καρκίνο, όσο και εκείνοι που δεν είχαν περάσει κάτι ανάλογο. Από την άλλη, μια καλή ψυχολογική υποστήριξη μπορεί να βοηθήσει σημαντικά τον ασθενή στην προσπάθειά του για να ξανακερδίσει την υγεία του.

Σε γενικές γραμμές, είναι καλό να υπάρχει εξειδικευμένη φροντίδα από ψυχίατρο ή ψυχολόγο από την αρχή της διάγνωσης και καθ’ όλη την πορεία της θεραπείας.
Κάποια σημεία και συμπτώματα που είναι ενδεικτικά και κινητοποιούν για ψυχολογική στήριξη είναι τα ακόλουθα:
• έντονο άγχος ή αϋπνία που δεν αντιμετωπίζεται αλλιώς.
• συμπτώματα κατάθλιψης: αδικαιολόγητα κλάματα, δυσκολία να ξεκινήσει η ημέρα κλπ
• Αίσθημα απελπισίας, επίμονης απογοήτευσης ή σκέψεις αυτοκτονίας.
• Επίμονα σωματικά συμπτώματα (π.χ. πόνο ή ζάλη) που δεν υποχωρούν με την ιατρική θεραπεία.
• Αν, εκτός από την ασθένεια, συνυπάρχουν και άλλα έντονα προβλήματα με την οικογένεια, την εργασία, το φιλικό περιβάλλον.
• Αν προϋπάρχει κάποια άλλη ψυχική πάθηση.
• Αν το προτείνει ο θεράπων ιατρός, ή κάποιο άλλο πρόσωπο εμπιστοσύνης

Επικρατεί συχνά η λανθασμένη άποψη ότι η απόκρυψη της διάγνωσης έχει κάποια πλεονεκτήματα, κυρίως για να μην στεναχωρηθεί και απογοητευθεί ο ασθενής. Στην πραγματικότητα δεν αποφεύγεται η στενοχώρια, απλώς αναβάλλεται για αργότερα. Το να μένει ο άρρωστος στο σκοτάδι έχει σοβαρά μειονεκτήματα: ο ασθενής μπαίνει σε μια ατμόσφαιρα «μυστικοπάθειας», καταλαβαίνει ότι κάτι του κρύβουν και χάνει την εμπιστοσύνη του προς τους οικείους και τους γιατρούς του. Εάν ένας ασθενής δεν γνωρίζει τι έχει, συχνά αρνείται να συνεργαστεί για να γίνουν οι αναγκαίες εξετάσεις και θεραπείες. Επίσης δεν μπορεί να συμμετάσχει στη λήψη των αποφάσεων για τη θεραπεία του, υιοθετεί μια παθητική στάση απέναντι στο πρόβλημά του και αυξάνεται ο κίνδυνος κατάθλιψης. Ο ασθενής που δεν λαμβάνει ενημέρωση, αλλά βλέπει τις προσπάθειες απόκρυψης γύρω του, συχνά υποπτεύεται τα χειρότερα και απογοητεύεται ακόμη περισσότερο. Στις περιπτώσεις που ο καρκίνος δεν μπορεί να θεραπευτεί, ο ασθενής που δεν ενημερώνεται στερείται την ευκαιρία να προγραμματίσει τη ζωή του, να προετοιμαστεί για τις εξελίξεις και να κάνει πράγματα που πιθανώς θα έδιναν μεγαλύτερο νόημα στη ζωή του. Για όλους τους ανωτέρω λόγους είναι σημαντικό να παρέχεται η αναγκαία ενημέρωση σε όλους τους ασθενείς.

Η ενημέρωση ενός ασθενούς με καρκίνου είναι από τα πιο δύσκολα και πιο καίρια θέματα που έχει να διαχειριστεί ένας ασθενής, η οικογένειά του, οι φροντιστές του και ο γιατρός του. Κανείς δεν θέλει να ενημερώνει για δυσάρεστα θέματα και είναι μια υποχρέωση που δεν πρέπει να «φορτώνεται» στους συγγενείς. Χρειάζεται ειδική εκπαίδευση, ώστε η ενημέρωση να γίνει με ειλικρίνεια, ευαισθησία, ικανοποιητικό διαθέσιμο χρόνο και πρόθεση για απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις, χωρίς όμως να ακυρώνεται η προσπάθεια που οφείλει να κάνει κάθε ασθενής όταν αγωνίζεται για την υγεία του. Αποτελεί καθήκον του ιατρού που ενημερώνει τον ασθενή να οικοδομήσει μια σχέση εμπιστοσύνης με τον ασθενή του και στα πλαίσια αυτά να ανταποκριθεί σε όλες τις ανάγκες του για πληροφόρηση. Τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται σταδιακά και επαναλαμβάνεται σε διαδοχικές συνεδρίες, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ατόμου. Κάθε άνθρωπος επεξεργάζεται την καινούργια γνώση με διαφορετικό τρόπο και θέλει χρόνο για να κάνει την αναγκαία συναισθηματική επεξεργασία. Ο γιατρός θα πρέπει να ακούει τον ασθενή του προσεκτικά, να δίνει έμφαση στη εξωλεκτική επικοινωνία μαζί του, να σέβεται τις δικές του προτεραιότητες και ανάγκες στην ενημέρωση και να ακολουθεί τον δικό του ρυθμό και όρια στην σφυρηλάτηση μιας σταθερής και ειλικρινούς σχέσης μεταξύ τους.

Κάθε άνθρωπος που παθαίνει ένα σοβαρό νόσημα είναι λογικό (και αναμενόμενο) να αναστατωθεί και να στενοχωρηθεί. Αυτή είναι μια φυσιολογική αντίδραση που δεν χρειάζεται κάποια θεραπεία. Υποπτεύεται κανείς κατάθλιψη, όταν η στενοχώρια αποκτήσει τέτοιες διαστάσεις, ώστε να γίνεται και η ίδια ένα επιπλέον πρόβλημα για τον ασθενή και να του δυσκολεύει την καθημερινότητα. Όταν ένας άνθρωπος έχει κατάθλιψη, μπορεί να του συμβαίνουν κάποια από τα εξής:
– Να μην μπορεί να χαρεί με πράγματα που παλιότερα τον ευχαριστούσαν.
– Να μην έχει όρεξη να δει τους φίλους του και τα αγαπημένα του πρόσωπα, να κλείνεται στον εαυτό του.
– Να εκνευρίζεται εύκολα και να χάνει την υπομονή του.
– Να αισθάνεται «άδειος» από συναισθήματα, να νομίζει ότι δεν αγαπάει κανέναν.
– Να μην μπορεί να συγκεντρωθεί και να δυσκολεύεται να πάρει αποφάσεις.
– Να νιώθει απελπισία, να εύχεται να είχε πεθάνει ή να έχει τάσεις αυτοκτονίας.
– Να έχει χάσει τον ύπνο του και την όρεξή του.
– Να νιώθει ενοχές και να αισθάνεται ότι δεν αξίζει τίποτα.
– Να νιώθει έντονη κούραση ή επίμονους πόνους στο σώμα του.
Σε αυτές τις περιπτώσεις η εξειδικευμένη αντιμετώπιση είναι απαραίτητη. Σήμερα υπάρχουν ασφαλείς και αποτελεσματικές θεραπείες για την κατάθλιψη.

Η κάθε ανθρώπινη σχέση είναι μοναδική. Έχοντας ζήσει για καιρό μαζί με τον σύντροφό /φίλο σας, ξέρετε πράγματα γι’ αυτόν που δεν τα ξέρει κανένας άλλος, ούτε και οι γιατροί. Ωστόσο, μπορεί να νιώθετε αδυναμία και αμηχανία. Τα παρακάτω μπορεί να σας βοηθήσουν:
– Ακούτε με προσοχή τον ασθενή. Περνάει μια μεγάλη δοκιμασία, θα έχει πολλά πράγματα, σκέψεις, φόβους που θα θέλει να μοιραστεί μαζί σας. Θα υπάρχουν και άλλα για τα οποία θα αποφεύγει, θα διστάζει, δεν θα θέλει να τα συζητήσει. Δώστε του/της να καταλάβει ότι είστε εκεί για να τον/την ακούσετε, όποτε είναι έτοιμος, όταν θέλει και όσο θέλει. Όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι. Άλλοι θέλουν να τα μοιράζονται όλα, άλλοι αισθάνονται καλύτερα όταν κρατούν κάποια πράγματα για τον εαυτό τους. Και ο ίδιος άνθρωπος ωστόσο, άλλοτε θέλει παρέα και άλλοτε θέλει να μείνει μόνος του, άλλοτε μιλάει για να ζητήσει συμβουλές και άλλοτε απλά για να τον ακούσουν. Ακολουθήστε σ’ αυτά τους ρυθμούς του/της. Αφήστε τον άνθρωπό σας να εκφράσει ελεύθερα τον πόνο του, να παραπονεθεί, να κλάψει.
– Παρακινήστε τον άνθρωπό σας να κάνει πράγματα που τον ευχαριστούν ή που τον ευχαριστούσαν παλιότερα. Κάντε μαζί πράγματα που σας άρεσαν στο παρελθόν, ή βρείτε καινούργιες κοινές δραστηριότητες. Μην πιέζετε τον ασθενή όταν δεν θέλει. Παρακινήστε τον ξανά αργότερα. Ξεκινήστε εσείς, πιθανόν να σας ακολουθήσει.
– Μην προσπαθείτε πάντοτε να παρουσιάζετε τα πράγματα θετικά. Είναι καλύτερα να αναγνωρίζετε τις ανησυχίες του συντρόφου σας και να προσθέτετε μια νότα ελπίδας, παρά να λέτε συνέχεια ότι «όλα θα πάνε καλά». Όταν νιώθετε αμηχανία και δεν ξέρετε τι να πείτε, μην ψάχνετε απεγνωσμένα για έτοιμες φράσεις. Μπορεί να είναι καλύτερο να πείτε «δεν ξέρω τι να πω», ή και να μην πείτε τίποτα. Μεγαλύτερη σημασία έχει να μένετε στο πλευρό του.
– Μην υποκαθιστάτε τον γιατρό. Δεν έχει την ανάγκη ενός ακόμη γιατρού. Ο ασθενής χρειάζεται υποστήριξη, όχι συμβουλή, χρειάζεται κάποιον να τον ακούει, όχι κάποιον να του μιλάει.
– Μην εγκαταλείπετε τον εαυτό σας. Όσο μεγάλος και αν είναι ο κοινός δρόμο με το σύντροφό σας, θα πρέπει κι εσείς να σταθείτε δυνατός/-η και να αντέξετε. Ο/η σύντροφός σας θα νιώθει καλύτερα αν σας βλέπει να μένετε δίπλα του/της σε καλή κατάσταση, ικανή να ανταπεξέλθετε. Αν σας βλέπει να αποδιοργανώνεστε, θα αισθάνεται χειρότερα. Αν σας βλέπει να εγκαταλείπετε τον εαυτό σας, μπορεί να αισθανθεί ενοχές. Αφήστε τον/την να νοιαστεί κι αυτός για σας. Το έχει κι αυτό ανάγκη.
Κάποιες φορές συμβαίνει ο ίδιος ο/η ασθενής να αντέχει ψυχολογικά περισσότερο από τον/την σύντροφό του και γενικότερα τους φροντιστές του. Αυτό μπορεί να συμβαίνει για διάφορους λόγους, που εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες. Σε κάθε περίπτωση, το να έχει κάποιος καρκίνο δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι χρήσιμος στους ανθρώπους που αγαπάει. Πολλές φορές μπορεί να τους βοηθήσει σημαντικά. Ακούστε τον, ενθαρρύνετέ τον, ζητήστε την βοήθειά του, όπου μπορεί.
Ορισμένες φορές ο/η ασθενής δεν δίνει μεγάλα περιθώρια να τον βοηθήσει κάποιος. Ενδέχεται να φοβάται μήπως επιβαρύνει τους φροντιστές του περισσότερο. Εξηγήστε του ότι, αφού συνεχίζετε να είστε μαζί, συνεχίζει να είναι σημαντικός για σας και συνεχίζετε να ενδιαφέρεστε να είναι καλά.
Αν αισθανθείτε ότι ο άνθρωπός σας δεν τα βγάζει πέρα ψυχολογικά, ή ότι εσείς δεν έχετε άλλα ψυχικά αποθέματα, μη διστάσετε να αναζητήσετε βοήθεια από ειδικό. Το καλύτερο είναι να την αναζητήσετε μαζί. Τα περισσότερα οργανωμένα ογκολογικά κέντρα διαθέτουν υπηρεσίες υποστήριξης με εξειδικευμένους ψυχίατρους ή/και ψυχολόγους